Με τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα εργάζομαι από το 2010. Η πρώτη μου αποστολή ήταν στην Αϊτή μετά τον καταστροφικό σεισμό του Ιανουαρίου της ίδιας χρονιάς. Ακολούθησαν αποστολές στο βόρειο Νταρφούρ, την Κεντροαφρικανική Δημοκρατία και το Μεξικό. Κάθε αποστολή διακριτή σε εμπειρία και δυνατές συγκινήσεις, όπως διακριτό και δυνατό ήταν το σφίξιμο στο στομάχι που νιώσαμε την ώρα του πραξικοπήματος στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία. Ήταν Κυριακή, 24 Μαρτίου 2013, 6:00 το πρωί όταν ακούσαμε τον κρότο από τις πρώτες οβίδες να σκάνε κοντά στο σπίτι των Γιατρών Χωρίς Σύνορα.. Αυτό ήταν, οι αντάρτες του συνασπισμού Séléka που επί βδομάδες διέσχιζαν από βορρά τη χώρα απειλώντας να εκθρονίσουν δια της βίας τον πρόεδρο Bozizé, μπαίνουν στην πρωτεύουσα χωρίς χάσιμο χρόνου, οι ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα σε κάθε σπίτι συγκεντρωνόμαστε σε ένα δωμάτιο όπου για τις επόμενες ώρες παραμένουμε σε επιφυλακή μέχρι να σταματήσουν οι εκρήξεις και να μπορέσουμε να κάνουμε αναγνωριστική έξοδο για τραυματίες και αξιολόγηση αναγκών.

Καθισμένοι ο ένας δίπλα στον άλλον, αφουγκραζόμαστε τις οβίδες και την κίνηση των τροχοφόρων, μιλάμε χαμηλόφωνα και είμαστε προβληματισμένοι και ανήσυχοι για την εξέλιξη την ίδια ώρα που με τα μάτια δίνουμε κουράγιο ο ένας στον άλλον και διαισθανόμαστε το βάρος της επείγουσας επέμβασης που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε. Από τη στιγμή αυτή, θα γίνουμε μάρτυρες της αρχής του χάους που πρόκειται να επικρατήσει μέχρι σήμερα, σε μία χώρα όπου οι δείκτες υγείας επί σειρά ετών επιτάσσουν την παρουσία των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στην αντιμετώπιση μιας σιωπηρής και συνεχιζόμενης ανθρωπιστικής κρίσης. Για άλλη μία φορά, είναι να απορεί κανείς πώς οι χειρισμοί της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής οδήγησαν μία πλούσια σε υπέδαφος και ομορφιά χώρα σε έναν κυκεώνα βίας, αιματοκυλύσματος, θρησκευτικής διχόνοιας και εκτοπισμού του άμαχου πληθυσμού.