Ξημερώματα Τρίτης και μαζί με τον Εμανουέλ, τη Μιρέλε και τον Βιντς ετοιμάζουμε τα φάρμακα και τα αυτοκίνητα για το ταξίδι στον Λίβανο. Εκείνο το πρωί μαθαίνουμε από το ραδιόφωνο ότι ο κεντρικός δρόμος που σε οδηγεί από τη Δαμασκό στη Βηρυτό, έχει αποκοπεί. Οι Ισραηλινοί τον είχαν βομβαρδίσει…
Ανήσυχοι ρωτάμε τον οδηγό για το πώς θα μπορούσαμε να πάμε στον Λίβανο. Προβληματισμένος και αυτός μας είπε ότι θα δοκιμάσουμε να μπούμε από τον Βορρά…

Αφήνουμε πίσω τη Συρία και την ομάδα των εθελοντών μας που πρόσφεραν βοήθεια στους χιλιάδες Λιβανέζους πρόσφυγες που είχαν βρει καταφύγιο στη χώρα…

Μπροστά μας χιλιάδες αυτοκίνητα, άνθρωποι στριμωγμένοι μέσα σε αυτά με τα λίγα υπάρχοντά τους, έπαιρναν το δρόμο του ξεριζωμού για τη Συρία. Φοβισμένοι, κουρασμένοι, χωρίς ελπίδα στο πρόσωπό τους… Προσπαθώντας να αποφύγουν τους συνεχόμενους βομβαρδισμούς, ταξίδευαν από στενούς δρόμους, χωριά και μονοπάτια για να σωθούν.

Ήμασταν από τους λίγους επισκέπτες που μπαίναμε στον Λίβανο. Μας κοιτούσαν με απορία και μας ρωτούσαν που πάμε. «Βομβαρδίζουν και καταστρέφουν παντού»… Βλέποντας το σήμα και διαβάζοντας το όνομα της οργάνωσης στα αραβικά, μας έλεγαν ότι μας είδαν να περιθάλπουμε ασθενείς και να μοιράζουμε βοήθεια στην Τζεζίν, τη Σιδώνα, τη Βηρυτό, το Ναμπατίε και το Σουφ.

Εμείς το γνωρίζαμε… Πηγαίναμε να στηρίξουμε τις ομάδες μας στον Λίβανο. Προχωρώντας για τη Βηρυτό, είχαμε μπροστά μας το καραβάνι το προσφύγων, κατεστραμμένους δρόμους, κατεστραμμένα σπίτια, γέφυρες και πολλά καμένα αυτοκίνητα…

Τις ίδιες εικόνες είχα δει στο Αζερμπαϊτζάν, στην Τσετσενία, στο Αφγανιστάν. Ο πόλεμος έχει το ίδιο πρόσωπο και σπέρνει παντού δυστυχία….

Μετά από πολύωρο ταξίδι φτάνουμε στη Βηρυτό. Ισραηλινά μαχητικά αεροπλάνα πετούν φυλλάδια, προειδοποιώντας τον πληθυσμό να εγκαταλείψει την πόλη. Όπως θα μαθαίναμε αργότερα, το ίδιο συνέβαινε καθημερινά στον Νότο της χώρας. Η Νότια Βηρυτός είχε σβηστεί από το χάρτη. Βομβαρδιζόταν καθημερινά από αέρος και θαλάσσης.

Στην πόλη είχαν βρει καταφύγιο σε σπίτια, σχολεία και πάρκα πάνω από 100.000 άνθρωποι, οι οποίοι χρειάζονταν φαγητό, νερό, στέγη και ιατρική περίθαλψη.
Το πρόχειρο «στρατηγείο» της οργάνωσης είχε στηθεί στα γραφεία μιας εταιρίας κινητής τηλεφωνίας. Μας τα είχαν παραχωρήσει δωρεάν απλοί πολίτες της Βηρυτού που προσπαθούσαν καθημερινά να βοηθήσουν το έργο μας .

Στο μικρό χώρο των γραφείων οι ομάδες μας προετοίμαζαν τα φάρμακα που θα στέλναμε στις περιοχές του Νότου, οι οποίες εκτός από τον αποκλεισμό τους βομβαρδίζονταν καθημερινά. Ο απόλυτος αποκλεισμός της χώρας έκανε δύσκολο το έργο των ομάδων μας. Ιατρικό υλικό, κιτ υγιεινής, κουβέρτες, αυτοκίνητα περίμεναν στην Κύπρο και τη Συρία, αλλά ήταν παρά πολύ δύσκολο να τα φέρουμε στη χώρα.

Ο προβληματισμός όλων μας ήταν πώς θα μπορέσουμε να φτάσουμε στους αποκλεισμένους πληθυσμούς. Ο πολυφημισμένος ανθρωπιστικός διάδρομος δεν λειτούργησε ποτέ.

Η Ρεβέκκα , υπεύθυνη της αποστολής, προσπαθούσε να δίνει λύσεις στα αιτήματα των μελών της ομάδας. Οι ώρες δουλειάς πολλές, οι προβληματισμοί μεγάλοι.
Όλη η ομάδα ήταν εκεί και σχεδίαζε τις κινήσεις και τις παρεμβάσεις της επόμενης μέρας.

Την επόμενη μέρα ο προορισμός της αποστολής μας ήταν η κοιλάδα Μπεκάα, που όλες εκείνες τις ημέρες βομβαρδιζόταν. Η πρόσβαση ήταν παρά πολύ δύσκολη.

Το πρωί ετοιμάζουμε τα αυτοκίνητα καθώς και τα φάρμακα και το ιατρικό υλικό. Μαθαίνουμε από την τηλεόραση ότι την προηγούμενη νύχτα οι ισραηλινοί κομάντος είχαν χτυπήσει στην πόλη Μπαλμπέκ ένα νοσοκομείο και είχαν απαγάγει ανθρώπους. Οι πληροφορίες για τραυματίες και ανάγκες ελάχιστες…

Παίρνουμε το δρόμο για την κοιλάδα Μπεκάα με πρώτο σταθμό την αρχαία πόλη Μπαλμπέκ. Ο δρόμος με πολλές στροφές πέρναγε από ψηλά βουνά. Τα αυτοκίνητα των Γιατρών Χωρίς Σύνορα ήταν τα μόνα σε αυτό το μακρύ δρόμο.

Φτάνουμε στην πόλη Μπαλμπέκ. Η εικόνα που αντικρίσαμε ήταν μια κατεστραμμένη πόλη «φάντασμα» με ελάχιστους ανθρώπους στους δρόμους. Η ατμόσφαιρα στην πόλη ήταν βαριά. Η επιδρομή των κομάντος είχε αφήσει πίσω περισσότερους από δέκα νεκρούς. Το πιο οδυνηρό ήταν η ιστορία μιας εγκύου που εκείνο το βράδυ πήγαινε με το αυτοκίνητό της στο νοσοκομείο. Τα πυρά από τα ελικόπτερα την άφησαν νεκρή. Οι γιατροί προσπάθησαν να σώσουνε το παιδί αλλά ήταν μάταιο.

Όπως μάθαμε από τον Αντιδήμαρχο της πόλης ο οποίος ήταν και ιατρός, στην πόλη είχαν μείνει 30.000 άνθρωποι από 120.000 που ήταν πριν. Οι υπόλοιποι είχαν μετακινηθεί στα γύρω χώρια και στη Σύρια. Η κατάσταση ήταν δύσκολη, υπήρχε έλλειψη νερού και τροφίμων. Το νοσοκομείο της πόλης δεν λειτουργούσε, πολλοί ιατροί είχαν φύγει και δεν υπήρχαν φάρμακα.

Σχεδιάσαμε μαζί με τους ιατρούς τις επόμενες κινήσεις. Αφήσαμε τα φάρμακα και το ιατρικό υλικό και συνεχίσαμε τη διαδρομή μας μέσα στην κοιλάδα Μπεκάα για την επόμενη πόλη, την επόμενή μας αποστολή…

Δύναμή μας σε αυτή τη δύσκολη διαδρομή ήταν η ελπίδα που βλέπαμε στα μάτια αυτών των ανθρώπων όταν μας έλεγαν ότι τελικά υπήρχαν κάποιοι άνθρωποι χωρίς σύνορα που νοιάζονταν για αυτούς.