Η Βιβιάνα, ένα κορίτσι 13 χρόνων και 14 κιλών. Ψηλό για την ηλικία της. Αλλόκοτα ψηλή για τα κιλά της. Απο το Γουάου Σιλούκ, ένα πρώην μεγάλο χωριό 3.000 κατοίκων στην όχθη του Νείλου, που μέσα σε λίγες εβδομάδες μεταμορφώθηκε σε ένα απέραντο σύμπλεγμα με 50.000 εκτοπισμένους ανθρώπους από τον πόλεμο και τη βία.

Εκεί την είδα πρώτη φορά, έξω από τη μικρή κλινική μας. Την υποβάσταζαν δύο μεγαλύτερες γυναίκες, η μαμά της και η θεία της, αφού ήταν τόσο αδύναμη που δεν μπορούσε ούτε να περπατήσει ούτε καν να σταθεί όρθια. Η κατάστασή της ήταν πολύ σοβαρή, έπρεπε να την πάμε άμεσα στο νοσοκομείο. Θέλησα να τη βοηθήσω να μπει στη βάρκα. Φτάνοντας δίπλα της έκανα να απλώσω τα χέρια μου αλλά σάστισα, δεν ήξερα από πού να την πιάσω. Το σώμα της έμοιαζε με ένα κλαδάκι ψημένο από τον σκληρό ήλιο του Νοτίου Σουδάν για μέρες, τόσο ξερό που με ένα λάθος άγγιγμα μπορούσε να σπάσει.

Το νοσοκομείο μας δεν ήταν δίπλα. Ήταν μισή ώρα διαδρομή στο ποτάμι και μετά άλλη τόση με το τζιπ. Την κοίταζα και αναρωτιόμουν πώς θα τα έβγαζε πέρα στα κύματα του Νείλου και τους κακοτράχαλους, αφιλόξενους δρόμους. Τελικά τα κατάφερε και όταν φτάσαμε στο νοσοκομείο μού φάνηκε ότι είχε ένα αχνό χαμόγελο ελπίδας.

Οι πρώτες μέρες ήταν πολύ δύσκολες. Δεν μπορούσε να φάει τίποτα, και τον ορό τον απέβαλε με εξουθενωτικές διάρροιες. Η ιατρική ομάδα επέμενε. Τέτοιες στιγμές μόνο να πεισμώνεις και να προσπαθείς μπορείς… Μέχρι να ξανακερδίσεις ό,τι εκείνη τη στιγμή μοιάζει χαμένο, ώσπου να το ξανακερδίσεις σιγά-σιγά, βήμα-βήμα.

Όπως και έγινε. Σταμάτησαν οι διάρροιες, άρχισε να τρώει, να στέκεται όρθια και να χαμογελά γιατί είχε καταφέρει να πάρει δύο κιλά βάρος και πολλά «κιλά ψυχικής δύναμης». Τα βράδια γύρω από το τραπέζι του βραδινού φαγητού όλο συζητούσαμε για τη Βιβιάνα, για τη δύναμή της και την τεράστια πρόοδο που είχε κάνει. Όποτε πήγαινα στο νοσοκομείο πάντα πήγαινα να τη δω, τη θυμάμαι να σηκώνεται με αυτοπεποίθηση και να πηγαίνει μόνη της στην τουαλέτα με τη μαμά της και τη θεία της να την κοιτούν με περηφάνια μαζί με τον τρίχρονο αδελφό της, ένα παιδί γεμάτο ζωντάνια που είχε μετατρέψει όλη την πτέρυγα του νοσοκομείου σε ένα μεγάλο παιχνιδότοπο. Ήταν σαν όλη η πτέρυγα, ασθενείς και προσωπικό να σταμάτησαν ό,τι έκαναν για να χαζέψουν το θέαμα αυτό.

Μια απλή ενέργεια, με ένα τεράστιο συγκινησιακό φορτίο για όλους. Αρχίσαμε να συζητάμε την επόμενη μέρα, της αποχώρησής της με ανάμεικτα συναισθήματα. Ένα βράδυ μετά, χωρίς κανέναν προφανή λόγο, ανέβασε πυρετό. Οι διάρροιες επέστρεψαν ακόμα πιο βίαιες και ό,τι είχε κερδίσει σε εβδομάδες σκληρού αγώνα, το έχασε μέσα σε λίγες ώρες. Ό,τι και να δοκιμάσαμε δεν είχε αποτέλεσμα. Τις επόμενες τρεις μέρες συνέχισε να μαραζώνει μέχρι που έγινε σχεδόν αόρατη κάτω από την κουβέρτα, σαν απλά να υπήρχε εκεί μια τσάκιση. Το πρωί της τρίτης μέρας έσβησε και έμεινε μόνο η τσάκιση στην κουβέρτα, χωρίς τη Βιβιάνα από κάτω.

Δεν είναι όλες οι ιστορίες με καλό τέλος και μερικές φορές οι άνθρωποι που σου μένουν είναι αυτοί που φεύγουν. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την ελπίδα της και τη γενναιότητα της. Τη χάσαμε αλλά δεν σταματήσαμε να προσπαθούμε, γι’ αυτήν και για όλους τους υπόλοιπους ασθενείς μας.

____________________________________________________________________________________________

Είμαστε εκεί που υπάρχει ανάγκη. Στην Ελλάδα και σε όλο τον κόσμο.

Βοήθησέ μας να συνεχίσουμε: http://www.msf.gr/25years